Το οικονομικό επιτελείο της αμερικανικής κυβέρνησης —με επικεφαλής τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, τον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς και τον υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ— διαχειρίζεται τη δημοσιονομική πολιτική της ισχυρότερης οικονομίας του πλανήτη. Τις τελευταίες ημέρες, οι τρεις αξιωματούχοι επιδίδονται σε μια συντονισμένη προσπάθεια να καθησυχάσουν τις ανησυχίες της Wall Street σχετικά με τη διόγκωση του αμερικανικού χρέους και την άνοδο των αποδόσεων των ομολόγων. Ωστόσο, η αγορά εμφανίζεται επιφυλακτική απέναντι στους κυβερνητικούς ισχυρισμούς, καθώς το ακαθάριστο δημόσιο χρέος των Ηνωμένων Πολιτειών ξεπέρασε τα 40 τρισεκατομμύρια δολάρια, εντείνοντας τους προβληματισμούς για τα ελλείμματα και τον πληθωρισμό.
- Το ακαθάριστο δημόσιο χρέος των ΗΠΑ ξεπέρασε τα 40 τρισεκατομμύρια δολάρια νωρίτερα από τις προβλέψεις.
- Οι αποδόσεις των 10ετών και 30ετών ομολόγων επανήλθαν κοντά στο 4,70% και πάνω από το 5,2% αντίστοιχα.
- Το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου προβλέπει σωρευτικά ελλείμματα 23,1 τρισ. δολαρίων για την περίοδο 2026-2035.
Η αντίφαση ανάμεσα στην οικονομική ανάπτυξη και τα επιτόκια
Ο Ντόναλντ Τραμπ υποστήριξε ότι η ισχύς της αμερικανικής οικονομίας θα έπρεπε να οδηγεί σε χαμηλότερα επιτόκια. Παρότι η λογική αυτή ισχύει για τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, όπου ο μειωμένος πιστωτικός κίνδυνος περιορίζει το κόστος δανεισμού, στα κρατικά ομόλογα η σχέση λειτουργεί διαφορετικά. Μια αναπτυσσόμενη οικονομία αυξάνει τη ζήτηση για κεφάλαια και τροφοδοτεί τις πληθωριστικές προσδοκίες, πιέζοντας τις αποδόσεις προς τα πάνω.
Τα κρατικά ομόλογα λειτουργούν ως καταφύγιο σε περιόδους ύφεσης, όταν οι αποδόσεις υποχωρούν απότομα. Σε περιόδους οικονομικής επέκτασης, οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις για να διακρατήσουν μακροπρόθεσμο κρατικό χρέος.
Τα ελλείμματα και οι εκτιμήσεις του Γραφείου Προϋπολογισμού
Από την πλευρά του, ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς απέδωσε τις πιέσεις στην οικονομική κληρονομιά της προηγούμενης διοίκησης. Ωστόσο, τα αριθμητικά δεδομένα δείχνουν ταχεία διόγκωση της υποχρέωσης, καθώς το ακαθάριστο δημόσιο χρέος αυξήθηκε κατά σχεδόν 5 τρισεκατομμύρια δολάρια μέσα σε περίπου ενάμιση χρόνο, φθάνοντας τα 40 τρισ. δολάρια από 35,2 τρισ. στα τέλη του 2024.
Παρά τις διαβεβαιώσεις του υπουργού Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ ότι τα ελλείμματα ενδέχεται να έχουν κορυφωθεί, το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου (CBO) εκτιμά ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα θα αγγίξει τα 1,9 τρισ. δολάρια το 2026.
Παράλληλα, η ακύρωση μεγάλου μέρους των δασμών από το Ανώτατο Δικαστήριο εκτιμάται από το CBO ότι θα επιβαρύνει τα σωρευτικά ελλείμματα κατά 2 τρισ. δολάρια την περίοδο 2026-2036, λόγω χαμηλότερων πρωτογενών εσόδων κατά 1,6 τρισ. και επιπλέον 400 δισ. δολαρίων σε κόστος εξυπηρέτησης χρέους.
Η περιορισμένη επίδραση των επαναγορών ομολόγων
Για να αντιμετωπίσει την κατάσταση, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών ενίσχυσε τις επαναγορές μακροπρόθεσμων τίτλων. Αν και η αρχική αντίδραση της αγοράς ήταν θετική, η υποχώρηση των επιτοκίων αποδείχθηκε προσωρινή. Η απόδοση του 10ετούς τίτλου επανήλθε κοντά στο 4,70%, ενώ του 30ετούς ξεπέρασε εκ νέου το 5,2%.
Η αγορά ομολόγων τιμολογεί τις μελλοντικές δανειακές ανάγκες και τον πληθωρισμό. Μια ουσιαστική μεταβολή στις αποδόσεις θα μπορούσε να προέλθει από μια ενδεχόμενη παρέμβαση της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Federal Reserve) με νέες αγορές τίτλων, καθώς οι καθησυχαστικές δηλώσεις δεν αρκούν για να μεταβάλουν τα θεμελιώδη μεγέθη.
Πιστεύετε ότι η αμερικανική οικονομία μπορεί να διαχειριστεί το γιγαντιαίο δημόσιο χρέος της χωρίς νέες αναταράξεις στις διεθνείς αγορές; Μοιραστείτε την άποψή σας στα σχόλια.





























