Μια αρχαία πρωτεΐνη του ανοσοποιητικού συστήματος, η οποία υπήρχε πολύ πριν από την εξέλιξη του κυκλοφορικού συστήματος, φαίνεται πως διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην επιτυχία της ανοσοθεραπείας κατά του καρκίνου. Επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο της Ναγκόγια στην Ιαπωνία διαπίστωσαν ότι η πρωτεΐνη συμπληρώματος C3 ενισχύει τη θεραπευτική απόκριση, αλλά μόνο όταν παράγεται τοπικά εντός του όγκου. Αντίθετα, τα επίπεδα της C3 που κυκλοφορούν στο αίμα δεν επηρεάζουν το αποτέλεσμα της θεραπείας, ανοίγοντας νέους δρόμους για την αντιμετώπιση όγκων που παρουσιάζουν ανθεκτικότητα στις υπάρχουσες θεραπείες.
- Η πρωτεΐνη C3 εμποδίζει την είσοδο ανοσοκατασταλτικών μυελοειδών κυττάρων στον όγκο μόνο όταν παράγεται τοπικά από καρκινικούς ινοβλάστες.
- Η μείωση της C3 στο αίμα κατά 90% δεν επηρέασε την αποτελεσματικότητα των αντισωμάτων anti-PD-1 σε πειραματόζωα.
- Σε ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονα, υψηλότερα επίπεδα C3 στον ιστό συνοδεύτηκαν από σημαντικά καλύτερα ποσοστά επιβίωσης.
Η ανοσοθεραπεία αποτελεί έναν από τους πλέον υποσχόμενους πυλώνες της σύγχρονης ογκολογίας, καθώς στοχεύει στην ενεργοποίηση του ιδίου του ανοσοποιητικού συστήματος του ασθενούς για την αναγνώριση και την καταστροφή των καρκινικών κυττάρων. Ωστόσο, ένα σημαντικό ποσοστό όγκων αναπτύσσει ανθεκτικότητα, εμποδίζοντας τα κύτταρα της άμυνας του οργανισμού να δράσουν αποτελεσματικά στο ογκολογικό μικροπεριβάλλον.
Ο τοπικός ρόλος της πρωτεΐνης C3 στον ανοσολογικό μηχανισμό
Η πρωτεΐνη C3 είναι ιδιαίτερα παλαιά από εξελικτική άποψη και εντοπίζεται ακόμη και σε απλούς οργανισμούς όπως οι σπόγγοι και οι μέδουσες. Στον ανθρώπινο οργανισμό παράγεται κυρίως στο ήπαρ και κυκλοφορεί μέσω του αίματος για την προστασία από λοιμώξεις. Η νέα μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nature Communications, εξέτασε τη δράση που έχει η C3 όταν παράγεται τοπικά από τα κύτταρα που περιβάλλουν τον όγκο, γνωστά ως καρκινικοί ινοβλάστες.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η C3 που παράγεται στον ιστό του όγκου διασπάται σχηματίζοντας το θραύσμα iC3b, το οποίο εμποδίζει την εισβολή ανοσοκατασταλτικών μυελοειδών κυττάρων στο μικροπεριβάλλον του καρκίνου.
Για να επιβεβαιώσουν τη διαφοροποίηση ανάμεσα στη C3 του αίματος και τη C3 του όγκου, οι επιστήμονες πραγματοποίησαν πειράματα σε ποντίκια. Όταν μειώθηκε η παραγωγή C3 στο ήπαρ κατά 90%, η θεραπεία με αντισώματα anti-PD-1 παρέμεινε εξίσου αποτελεσματική. Αντίθετα, όταν διακόπηκε η παραγωγή της C3 από τους ινοβλάστες του όγκου, η φαρμακευτική αγωγή έχασε σημαντικό μέρος της αποτελεσματικότητάς της, παρότι τα επίπεδα της πρωτεΐνης στο αίμα υποχώρησαν μόλις κατά 9%.
Ελπίδα για αντιμετώπιση των ανθεκτικών όγκων
Στη συνέχεια, η ερευνητική ομάδα εξέτασε ένα φάρμακο που μιμείται την ανασταλτική δράση της C3 στα μυελοειδή κύτταρα. Η προσέγγιση αυτή επέτρεψε στην ανοσοθεραπεία να λειτουργήσει σε όγκους που προηγουμένως επιδεικνύαν ανθεκτικότητα, παρατείνοντας σημαντικά την επιβίωση των πειραματόζωων.
Η ανάλυση δειγμάτων από ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονα επιβεβαίωσε τα ευρήματα, καθώς περίπου το 50% των ασθενών με υψηλά επίπεδα C3 στον περιβάλλοντα ιστό ανταποκρίθηκε στη θεραπεία, σε σύγκριση με κανέναν ασθενή από την ομάδα με χαμηλά επίπεδα.
Ο επικεφαλής της μελέτης, επίκουρος καθηγητής Yuki Miyai από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Ναγκόγια, σημείωσε ότι τα ευρήματα αυτά μπορούν να βοηθήσουν τους ιατρούς να προβλέπουν ποιοι ασθενείς θα ωφεληθούν από την ανοσοθεραπεία. Στα επόμενα βήματα, η ερευνητική ομάδα προγραμματίζει πειράματα για την τεχνητή ενίσχυση των τοπικών επιπέδων της C3, διερευνώντας παράλληλα πώς ο μηχανισμός αυτός σχετίζεται με άλλες βιολογικές διεργασίες, όπως η επούλωση τραυμάτων και η διαχείριση των φλεγμονών.
Πιστεύετε ότι η στόχευση του μικροπεριβάλλοντος των όγκων θα αποτελέσει το κλειδί για την υπέρβαση της ανθεκτικότητας στις αντικαρκινικές θεραπείες; Μοιραστείτε την άποψή σας στα σχόλια.























